HA-JOON CHANG & DUNCAN GREEN

Τετάρτη, 20 Απριλίου, 2011

Ένας φόρος που ήρθε η ώρα του.

 

Η ιστοσελίδα σας παρουσιάζει το βαρυσήμαντο άρθρο που δημοσιεύτηκε στις 18/04/2011 στο “GUARDIAN” (στο αγγλικό και στο ελληνικό κείμενο) των διασήμων καθηγητών Οικονομίας Ha-Joon Chang & Duncan Green που πρωταγωνιστούν στο κίνημα των 1.000 οικονομολόγων ώστε να επιβληθεί, επιτέλους, και ένας φόρος στις Τράπεζες υπέρ της Κοινωνίας.

 

 

«Τα οφέλη από ένα φόρο επί των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών είναι πλέον τόσο ευρέως αποδεκτά που οι μελλοντικές γενιές θα αναρωτιούνται γιατί αργήσαμε τόσο πολύ να τον εφαρμόσουμε.

Το 1816, το βρετανικό κοινοβούλιο κατήργησε τον προσωρινό φόρο εισοδήματος που είχε εισαχθεί από τον Ουίλιαμ Πιτ τον Νεότερο το 1789 για τη χρηματοδότηση των Ναπολεόντειων πολέμων. Οι βουλευτές μισούσαν τον φόρο τόσο πολύ ώστε έφθασαν στο σημείο να συμφωνήσουν ότι όλα τα έγγραφα που συνδέονται με αυτόν θα πρέπει να συλλέγονται, να κόβονται σε κομμάτια και πολτοποιούνται.
Όταν ο φόρος εισοδήματος εισήχθη εκ νέου στη Βρετανία το 1842 από τον Robert Peel,  άπαντες θεώρησαν πως ήταν ένα προσωρινό μέτρο για την ανασύσταση του εξαντλημένου Δημοσίου. Αλλά παρά τις γενιές των πολιτικών, μετά τον Peel που υποσχέθηκαν να τον καταργήσουν, ο φόρος δεν καταργήθηκε ποτέ.

Αποδείχτηκε αδύνατο να εγκαταλειφθεί ένας φόρος του οποίου η ώρα είχε έρθει.
Μέχρι τη στιγμή που ο Benjamin Disraeli και William Gladstone συνέχισαν να αναιρούν τις υποσχέσεις τους να καταργήσουν το φόρο εισοδήματος (ένα από τα λίγα πράγματα που συμφώνησαν μεταξύ τους), ο καπιταλισμός του 18ου αιώνα είχε ήδη αντικατασταθεί από μια πιο οργανωμένη μορφή του καπιταλισμού.
Με την οικονομική ανάπτυξη, η κοινωνική διαίρεση της εργασίας ήταν όλο και πιο πολύπλοκη, αυξάνοντας τη σημασία των συλλογικών εισροών όπως οι υποδομές και η εκπαίδευση. Μια πιο αποτελεσματική παροχή των συλλογικών αγαθών απαιτούσε ένα καλά χρηματοδοτούμενο κράτος, για το οποίο ο φόρος εισοδήματος θεωρήθηκε ως ένα νέο ζωτικό συστατικό.
Όταν επίσης αναπτύχθηκαν χώρες όπως οι ΗΠΑ και η Σουηδία, και αυτές ακολούθησαν στην εισαγωγή του φόρου εισοδήματος.  Σήμερα, ο φόρος εισοδήματος είναι η μεγαλύτερη πηγή εσόδων του Δημοσίου στις περισσότερες πλούσιες χώρες.
Η ίδια μοίρα μπορεί να περιμένει τώρα τον Φόρο Χρηματοπιστωτικών Συναλλαγών (FTT) – ή του φόρου Ρομπέν των Δασών, όπως είναι ευρέως γνωστός. Αν και η γαλλική κυβέρνηση, η οποία προεδρεύει στις συνεδριάσεις των υπουργών Οικονομικών των G20 και των κρατών μελών του ΔΝΤ / Παγκόσμιας Τράπεζας το περασμένο Σαββατοκύριακο, υποστηρίζει μια παγκόσμια εφαρμογή του ΦΧΣ, η Αμερικανική αντίθεση σημαίνει ότι η αρχική πρόοδος είναι πιο πιθανή να συμβεί εντός ενός μικρότερου «συνασπισμού των προθύμων», συμπεριλαμβανομένης της Γαλλίας, της Γερμανίας και της Νότιας Αφρικής

 Η Γαλλική και Γερμανική υποστήριξη μπορεί να εξασφαλίσει το ότι η ευρωζώνη θα είναι το πρώτο διεθνές φόρουμ που συμφωνεί στην εφαρμογή ενός Φόρου Χρηματοπιστωτικών Συναλλαγών.
Ακόμη και πριν από μια δεκαετία, όταν ο φόρος κυκλοφορούσε κάτω από το ψευδώνυμο του «φόρου Τόμπιν» (πήρε το όνομά του από τον James Tobin, τον νομπελίστα οικονομολόγο που έθεσε για πρώτη φορά την ιδέα), η εισφορά αποτελούσε ένα απόλυτο ταμπού στην κοινωνία των ευγενών. Αλλά μετά από το μεγάλο οικονομικό κραχ του 2008, η ανάγκη για αυτό φαίνεται σε πολλούς “προφανής”, όπως ακριβώς είχε συμβεί άλλωστε με τον φόρο εισοδήματος στα τέλη του 19ου αιώνα. Ο χρόνος του, επίσης, έχει έρθει.
Η εισφορά επί των χρηματοοικονομικών συναλλαγών, ακόμη και στο πολύ χαμηλό επίπεδο που προτείνεται σήμερα (0,05%), αναμένεται να επιβραδύνει τα πιο κερδοσκοπικά στοιχεία των διεθνών ροών κεφαλαίου και να αντλήσει τα σημαντικά ποσά που απαιτούνται για την παροχή των νέων παγκόσμιων συλλογικών αγαθών – ιδίως πράσινων τεχνολογιών και της αναπτυξιακής βοήθειας.
Φυσικά, ο ΦΧΣ από μόνος του δεν θα επιτύχει πολλά όσον αφορά τη σταθεροποίηση του χρηματοοικονομικού μας συστήματος. Πρέπει να εφαρμοστεί ως μέρος ενός συνολικού πακέτου.
Πρώτον, οι χώρες που δεν μπορούν να εκδίδουν «σκληρό νόμισμα» θα πρέπει να μπορούν να χρησιμοποιούν έλεγχο των κεφαλαίων. Η σημαντική αλλαγή της θέσης από το ΔΝΤ στο θέμα αυτό μετά την κρίση του 2008 είναι ενθαρρυντική, αλλά ο έλεγχος  στην κίνηση κεφαλαίων θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως φυσιολογικό εργαλείο πολιτικής – και όχι έσχατο μέτρο, όπως ισχυρίζεται ακόμα το ΔΝΤ.
Δεύτερον, πρέπει να μεταρρυθμίσουμε τους οργανισμούς αξιολόγησης. Παρά την ανικανότητά τους και ακόμη και τον κυνισμό τους, ο οποίος αποκαλύφθηκε τόσο στην ασιατική κρίση του 1997 όσο και κατά την κρίση του 2008, οι υπηρεσίες αυτές είναι ακόμη που αποφασίζουν ποιο είναι ένα καλό χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο και  υπαγορεύουν τις πολιτικές πού θα πρέπει να εφαρμόζουν οι κυβερνήσεις – όχι μόνο τις δημοσιονομικές πολιτικές, αλλά και τις νομισματικές και τις πολιτικές κοινωνικής πρόνοιας.

Θα πρέπει να ελεγχθούν εντονότερα, και θα πρέπει να συσταθεί μια μη κερδοσκοπική δημόσια υπηρεσία για να παρέχει μια αξιόπιστη εναλλακτική λύση για τις αξιολογήσεις τους.
Τρίτον, αν είμαστε σοβαροί σχετικά με τις επιπτώσεις των εσόδων της οικονομικής μας πολιτικής, οι φορολογικοί παράδεισοι πρέπει να τεθούν υπό έλεγχο, αν δεν καταργηθούν εντελώς. Αυτή και μόνο η  πράξη θα δημιουργήσει ποσά στο ίδιο επίπεδο με μια παγκόσμια εφαρμογή του ΦΧΣ.
Τελευταία αλλά όχι ήσσονος σημασίας, είναι η απαγόρευση των εξαιρετικά σύνθετων χρηματοοικονομικών εργαλείων, εκτός εάν μπορεί να αποδειχθεί από τους εφευρέτες τους πως μπορούν να αποφέρουν σημαντικά καθαρά οφέλη σε μακροπρόθεσμη βάση, με τρόπο παρόμοιο με τη διαδικασία έγκρισης των φαρμάκων. Διαφορετικά η ικανότητά μας να διαχειριζόμαστε το σύστημα θα ξεπεραστεί και θα επαναλάβουμε την κρίση του 2008.
Αυτό που προκύπτει τελικά από αυτό το νέο γύρο της μετά-κρίσης εφεύρεσης φόρου μπορεί να διαφέρει κάπως από το ΦΧΣ, αλλά η γενική αρχή – δηλαδή η φορολόγηση των διεθνών χρηματικών ροών για το κοινό καλό – φαίνεται πως ήρθε για να μείνει.
Τριάντα, πενήντα χρόνια μετά, τα παιδιά και τα εγγόνια μας μπορεί να αναρωτιούνται πώς είχαμε σκεφτεί να τρέχει ο κόσμος μας χωρίς έναν φόρο σαν αυτό – ακριβώς όπως λίγοι από εμάς μπορούμε να φανταστούμε πώς οι παππούδες μας και οι προ-παππούδες μας μπορούσαν και τα κατάφερναν χωρίς τον φόρο εισοδήματος.


Robin Hood: a tax whose time has come

The benefits of a tax on financial transactions are now so widely accepted that future generations will ask what took us so long

Ha-Joon Chang and Duncan Green

Guardian.co.uk, Monday 18 April 2011 14.06 BST

 

In 1816, the British parliament repealed the temporary income tax that William Pitt the Younger had introduced in 1789 to finance the Napoleonic war. The MPs hated the tax so much that they even agreed that all documents connected with it should be collected, cut into pieces and pulped.

When the income tax was reintroduced in Britain in 1842 by Robert Peel, everyone considered it a temporary measure to replenish the depleted exchequer. But despite generations of politicians after Peel promising to abolish it, the tax never went away.

It proved impossible to abandon a tax whose time had come.

By the time Benjamin Disraeli and William Gladstone kept breaking their promises to abolish the income tax (one of the few things they agreed on), the homespun capitalism of the 18th century had already given way to a more organised form of capitalism.

With economic development, the social division of labour was becoming more and more sophisticated, increasing the importance of collective inputs such as infrastructure and education. A more effective provision of collective goods required a well-financed state, for which an income tax was seen as a new vital ingredient.

As they too developed, countries such as the US and Sweden followed suit. Today, the income tax is the biggest source of government revenue in most rich countries.

The same destiny may now await the Financial Transactions Tax (FTT) – or Robin Hood tax, as it is widely known. Although the French government, which chaired meetings of the G20 finance ministers and the IMF/World Bank member states last weekend, supports a global FTT, American opposition means that initial progress is more likely within a smaller “coalition of the willing”, including France, Germany, and South Africa. French and German support may ensure that the eurozone is the first international forum that agrees an FTT.

Even a decade ago, when it was doing the rounds under the alias of “Tobin tax” (named after James Tobin, the Nobel laureate economist who first raised the idea), the levy was an absolute taboo in polite society. But after the great financial crash of 2008, the case for it is looking “obvious” to many, as indeed the income tax did in the late 19th century. Its time, too, has come.

This levy on financial transactions, even at the very low level that is currently proposed (0.05%), is expected to slow down the most speculative elements of international capital flows and raise the significant sums needed to provide the newly required global collective goods – especially green technologies and development aid.

Of course, the FTT alone will not achieve much in terms of stabilising our financial system. It needs to be implemented as a part of a comprehensive package.

First, countries that cannot issue “hard currencies” should be allowed to use capital controls. The significant change of position by the IMF in this regard following the 2008 crisis is encouraging, but capital controls should be seen as normal policy tools – rather than a measure of last resort, as the IMF still suggests.

Second, we have to reform the rating agencies. Despite their incompetence and even cynicism, revealed both in the 1997 Asian crisis and in the 2008 crisis, these agencies are still deciding what is a good financial asset and dictating how governments should conduct their policies – not just fiscal policies but also monetary and social welfare policies. They need to be regulated more heavily, and a non-profit public agency should be set up to provide a credible alternative to their ratings.

Third, if we are serious about the revenue implications of our financial policy, tax havens need to be reined in, if not totally abolished. That single act would generate sums on a par with a global FTT.

Last but not least, overly complex financial instruments should simply be banned, unless they can be shown by their inventors to bring significant net benefits in the long run, in a manner similar to the drugs approval procedure. Otherwise our ability to manage the system will be outstripped and we will repeat the crisis of 2008.

What finally emerges from this new round of post-crisis tax invention may differ somewhat from the FTT, but the general principle – taxing international financial flows for the public good – looks here to stay.

Thirty, 50 years on, our children and grandchildren may be wondering how we ever thought to run the world without such tax – just as few of us can imagine how our grandparents and great-grandparents used to manage without the income tax.