ΞΕΚΙΝΗΣΕ ΤΟ 2013!
ΚΑΙ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ
ΝΑ ΜΑΧΕΤΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ
«Άλλαξε κι ο Μανωλιός»…
- Χρονογράφημα της Αλίκης Αλεξίου
*Ελάχιστοι ίσως γνωρίζουν ότι η φράση αυτή ξεκίνησε από παροιμία, αλλά έγινε παροιμιακή από το παρακάτω περιστατικό.
Στους χρόνους του Όθωνα, υπήρχε ένας γνωστός κουρελιάρης τύπος: Ο Μανώλης Μπατίνος. Δεν υπήρχε κανείς στην Αθήνα που να μην τον γνωρίζει, μα και να μην τον συμπαθεί. Οι κάτοικοι του έδιναν συχνά κανένα παντελόνι ή κανένα σακάκι, αλλά αυτός δεν καταδεχόταν να τα πάρει, γιατί δεν ήταν ζητιάνος. Ήταν ποιητής, ρήτορας και φιλόσοφος. Στεκόταν σε μια πλατεία και αράδιαζε ό,τι του κατέβαινε.
Κάποτε, λοιπόν, έτυχε να περάσει από εκεί ο Ιωάννης Κωλέττης. Ο Μανώλης τον πλησίασε και τον ρώτησε, αν είχε το δικαίωμα να βγάλει λόγο στη Βουλή. Ο Κωλέττης του είπε ότι θα του έδινε ευχαρίστως άδεια, αν πετούσε από πάνω του τα παλιόρουχα που φορούσε κι έβαζε άλλα.
Την άλλη μέρα ο Μανώλης παρουσιάστηκε στην πλατεία με τα ίδια ρούχα, αλλά τα είχε γυρίσει ανάποδα και φορούσε τα μέσα έξω. Ο κόσμος τον κοιτούσε έκπληκτος. Και τότε άκουσε αυτούς τους στίχους από το στόμα του Μανώλη Μπατίνου:
“Άλλαξε η Αθήνα όψη,
σαν μαχαίρι δίχως κόψη,
πήρε κάτι απ’ την Ευρώπη
και ξεφούσκωσε σαν τόπι.
Άλλαξαν χαζοί και κούφοι
και μας κάναν κλωτσοσκούφι
Άλλαξε κι ο Μανωλιός
κι έβαλε τα ρούχα αλλιώς».
*(Από “Λέξεις και φράσεις παροιμιώδεις” του Τάκη Νατσούλη)
Ότι ο Μανωλιός θα γινόταν ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας, σχεδόν συγκάτοικος στη ζωή μου, πώς να περάσει από το μυαλό μου;
Ότι η κάπα του, τα ρούχα του, η σκούφια ή και η βράκα του θα αποτελούσε το στημόνι της πορείας μου, τον άξονα της διαδρομής, πώς να το φανταστώ; Στο ξεκίνημα της νιότης.
Πώς να πιστέψει ο νέος, όταν ανοίγει τα φτερά του να πετάξει, πως θα συνταξιδέψει, Ίκαρος o ίδιος, όχι με το Δαίδαλο, αλλά με το Μανωλιό;
Κι ότι δε θα πέφτει στο πέλαγος σμίγοντας με την αθανασία, αλλά στην κάπα του Μανωλιού βουλιάζοντας στο τέλμα…
Θυμόσοφος ο Μανωλιός τριγυρνούσε στις πλατείες φορώντας τα ίδια πάντοτε ρούχα…εκ πεποιθήσεως. Και όταν θέλησε να μιλήσει στη βουλή, έμαθε αυτό που ήξερε ήδη.
Βασική προϋπόθεση, κουστούμι και γραβάτα. Τα άλλα έρχονται δεύτερα. Και τρίτα.
Πεισμάτωσε, λοιπόν, κι ο Μανωλιός και στοίχειωσε.
Θρονιασμένος σήμερα σε όλα τα υπουργεία, γραφειοκράτης μέγας, εξασφαλίζει την άγονη σταθερότητα μέσω της γενικής απραξίας. Σφραγίζει, υπογράφει. Υπογράφει, σφραγίζει.
Έτσι κι αλλιώς. Απ΄ την ορθή κι απ ΄την ανάποδη.
Κι η πολυπόθητη αλλαγή δεν έρχεται. Πολύ περιορισμένη η γκαρνταρόμπα του Μανωλιού.
Ένα υπουργείο όμως τον βασανίζει. Είναι αυτό της Παιδείας.
Στο σχολείο, που θα μπορούσε να είναι η μεγάλη πύλη για τη ζωή…
Στο πρώτο-πρώτο θρανίο ο Μανωλιός.
Και οι μεταρρυθμίσεις πέφτουν βροχή στην κεφάλα του. Αλλάζει συνεχώς τα ρούχα του.
Απ’ την ορθή κι απ’ την ανάποδη. Την σκούφια αλλιώς τώρα. Και την κάπα ή τη βράκα του την αναποδογυρίζει συνεχώς ανεμίζοντας τον κονιορτό του βαρύγδουπου υπουργείου αναστατώνοντας βιβλία, τετράδια, έγγραφα…
Και οι απανωτές μεταρρυθμίσεις καταλήγουν σε πλήρη απορρύθμιση.
Στη γιορτή της Δημοκρατίας να δεις. Εκλογές. Έστω και ανασχηματισμοί.
Νέα πρόσωπα και παλιά σε νέες πόζες. Γιορτάζει το αύριο, σημαιοστολισμένο, πολύχρωμο. Και πράσινο και γαλάζιο… Ο Μανωλιός κρυφογελάει με νόημα. Ξέρει αυτός.
Ένα πρόσωπο σε αιχμαλωτίζει, σε ταξιδεύει. Νέο πρόσωπο.
Το βλέμμα δυνατό και η ίριδα φωτεινή.
Πιο φωτεινή κι απ΄ το χρώμα της καλοδιαλεγμένης γραβάτας.
Ατενίζει προς… το μέλλον σου, κι εσύ, ονειροπόλος, ακολουθείς το βλέμμα του και οραματίζεσαι, βλέπεις αλλαγές ρηξικέλευθες, ριζοσπαστικές.
Όμως σε λίγο χρόνο διαπιστώνεις ότι ήταν επιτυχημένη πόζα, έπειτα από απανωτά δοκιμαστικά γυρίσματα. Για να εγκλωβίσει την απόφασή σου.
Και μένεις με τα δημόσια τέλη στο χέρι και τα σκουπίδια στην πόρτα σου.
Την εφορία στην τσέπη σου και το χτες στο σήμερα.
Κάποτε το παίρνεις απόφαση. Ο Μανωλιός είναι ο άνθρωπός σου.
Συμπαθητικός είναι εξάλλου…
Αλλά η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. Είναι δικό σου δημιούργημα. Την κρατάς στη ζωή με νύχια και με δόντια. Την ανασταίνεις κάθε πρωί με την ανατολή του ήλιου.
Ελπίζεις στην κάπα.
Να! Τώρα ο Μανωλιός σηκώνεται αποφασιστικά, τεντώνει τις χερούκλες του, αρπάζει την κάπα με δύναμη, την εκτινάσσει…
Κι εσύ ονειρεύεσαι: Θα ΄ρθει η νέα κάπα, θα καλύψει τις ανάγκες μου, τι λέω, θα στεγάσει τα όνειρά μου…
Και η κάπα, φθαρμένη, μουντή και χιλιοφορεμένη, πέφτει επάνω σου και σε πνίγει.



