ΞΕΚΙΝΗΣΕ ΤΟ 2013!
ΚΑΙ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ
ΝΑ ΜΑΧΕΤΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ
Η παρέλαση του κουρέα….
- Χρονογράφημα της Αλίκης Αλεξίου
Έμπαινες στο κουρείο. Σου έριχνε μια ματιά ο κουρέας από το λαιμό και πάνω.
Κι ετοίμαζε το σχέδιο επέμβασης και το ανάλογο ψαλίδι.
Ο καθρέφτης απέναντι σου έδειχνε αυτό που σε λίγο θα ήταν παρελθόν.
Μετά τη σύντομη … τελετουργία η νέα σου εικόνα θα σε κοίταζε χαμογελαστή ή θα αποτύπωνε τη δυσαρέσκεια, το σοκ για το αποτέλεσμα, αν είχε δημιουργηθεί … κουρευτικό γεγονός.
Είχες όμως εσύ την κύρια ευθύνη. Έμπαινες εκουσίως στο κατάστημα κι επέλεγες τον κουρέα, τον τρόπο και κυρίως το βαθμό του κουρέματος.
΄΄– Τι ακριβώς θέλετε, κύριε;
Ανεπαίσθητο καθάρισμα, διατήρηση της κορυφής ή γερό κούρεμα; ΄΄
Όλα δηλαδή τα κουρέματα που υπέστης μέχρι σήμερα ήταν «στο χέρι σου».
Θλιβερή εξαίρεση, δυσάρεστη ανάμνηση από το παρελθόν, το μακρινό παρελθόν, το κούρεμα που το αποφάσιζαν άλλοι για λόγου σου. Οι γονείς σου στην παιδική ηλικία, ο δάσκαλος στην εφηβεία και η μαμά πατρίδα στο στρατό. Τότε που η «ψιλή» περιδιάβαινε στο κεφάλι σου αυθαίρετα κι εσύ σκυμμένος υποταχτικά, ένιωθες να σε πνίγει σφιχτοδεμένη η πετσέτα στο λαιμό κι έβλεπες τούφες τα μαλλιά σου στο πάτωμα.
Τώρα όμως ο τότε εφιάλτης φαντάζει ειδύλλιο μπροστά στο φρικτό κούρεμα που σε περιμένει. Που ετοιμάζεται για την πατρίδα σου. Είναι συμφορά.
Πρόκειται για τη μεγάλη κουρά.
Ευρωπαικό στυλ κουρέματος με διεθνή «αέρα» σχεδιάζουν μήνες τώρα στο μεγάλο κουρείο-σφαγείο της Ευρώπης. Πρόκειται για hair–cut από τους στυλίστες του είδους, που θα κάνουν τη μεγάλη ,γενική πρόβα τους «στου κασίδη το κεφάλι».
Μελετούν, σχεδιάζουν, διστάζουν, για λίγο, «μην πάνε για λαγό και βγούνε- και οι ίδιοι- κουρεμένοι».
Ο ορίζοντας δεν είναι διαυγής. Ο πελάτης – το μεγάλο θύμα τους – χρόνια τώρα «άρμεγε λαγούς και κούρευε χελώνες». Είχε μείνει στο «δεν πάνε να κουρεύονται».
ΟΙ ΑΛΛΟΙ. Πάντα οι άλλοι. Έτσι νόμιζε. Ο εθνικός ύμνος της αδιαφορίας.
Τώρα, ο αποκοιμισμένος Σαμψών, πάνω στα μαρμάρινα σκαλοπάτια, αγκαλιάζοντας τους κίονες της δόξας, ακούει το σαρδόνιο γέλιο της Δαλιδάς που πλησιάζει.
Και τώρα που φτάνουν στ΄ αυτιά του οι ανατριχιαστικοί ήχοι από το ανοιγοκλείσιμο των ψαλιδιών.
Τώρα που τα τεράστια ξυράφια περνάνε στις ξυριστικές μηχανές που μοιάζουν αλωνιστικές. Και οι λάμες, οι λεπίδες τροχίζονται για να κλαδέψουν, να αφανίσουν την πατρίδα του από βορά προς νότο.
Τώρα που τα δρεπανηφόρα άρματα θερίζουν καρπούς αιώνων κι απειλούν να διαγράψουν σύνορα χαραγμένα με αίμα και τόσους αγώνες…
Τώρα το αντιλαμβάνεται. Είναι το κούρεμα του βασανισμού, της ταπείνωσης, της ατίμωσης, του πένθους.
Ακούει το θρήνο του Αχιλλέα, που κόβει τα μαλλιά του μπροστά στο νεκρό Πάτροκλο. Ακούει το βουβό κλάμα όλων των γυναικών που διαπομπεύτηκαν.
Κι ακούει το βαθύ παράπονο όλης της ανθρωπότητας που σύρθηκε κατά καιρούς στην ατίμωση. Άδικα.
Άλλοι έπρεπε να διαπομπεύονται στα καμιόνια της ντροπής, κατακουρεμένοι.
Οι ένοχοι. Οι μεγάλοι ένοχοι.
Όχι! Δεν του αξίζει αυτή η τύχη! Και αμείλικτο το ερώτημα θα τον κυνηγά. Μήπως ήταν «στο χέρι του» να το αποφύγει;
Μήπως και τ ώ ρ α είναι στα χέρια του η τύχη του;



