ΞΕΚΙΝΗΣΕ ΤΟ 2013!
ΚΑΙ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ
ΝΑ ΜΑΧΕΤΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ
ΦΩΤΙΑ ΚΑΙ ΛΑΒΡΑ,
ΓΙΑ ΤΑ ΓΛΥΠΤΑ…
«Ελπίζω όταν ξανάρθω τα Γλυπτά να είναι στην Αθήνα»! ΗΧΗΡΗ δήλωση από τη σύζυγο του διάσημου ηθοποιού Τζορτζ Κλούνεϊ, Aμάλ
που βρέθηκε στην Αθήνα και μίλησε με θαυμασμό για τον ελληνικό πολιτισμό
Την ώρα που η Aμάλ Κλούνεϊ βρισκόταν στην Αθήνα και έκανε μια δυνατή δήλωση για τα Γλυπτά του Παρθενώνα, από το βρετανικό Κοινοβούλιο ερχόταν ένα κρίσιμο όχι, χθες. Η κυβέρνηση Μπέρναμ ξεκαθάριζε ότι δεν σχεδιάζει να αλλάξει τον νόμο που επικαλείται το Βρετανικό Μουσείο για να αρνηθεί την επανένωση.
«Ως Βρετανή δικηγόρος που κοιτάζει αυτή τη στιγμή τον Παρθενώνα, ευελπιστώ να δούμε σύντομα μία πολιτιστική ανταλλαγή μεταξύ της Μεγάλης Βρετανίας και της Ελλάδας, για την επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα. Eλπίζω να μην περάσουν πάλι 12 χρόνια για να επιστρέψω στην Ελλάδα, κι κυρίως όταν ξαναέρθω, τα Γλυπτά να βρίσκονται εδώ, σε κοινή θέα»». Η Αμάλ Κλούνεϊ, βλέποντας απέναντί της τον Iερό Βράχο, από το Ολυμπιείο όπου πραγματοποιήθηκε η Συνάντηση των Πρέσβεων Καλής Θελήσεως της UNESCO με πρωτοβουλία της Κωνστάνζας Σμπώκου-Κωνσταντακοπούλου, επανήλθε σε ένα αίτημα που είχε διατυπώσει για πρώτη φορά το 2014. Τότε είχε βρεθεί στην Αθήνα ως μέλος της νομικής ομάδας που συμβούλευσε την ελληνική κυβέρνηση για τη διεκδίκηση των Γλυπτών του Παρθενώνα, έπειτα από πρόσκληση του τότε υπουργού Πολιτισμού και σημερινού Προέδρου της Δημοκρατίας Κωνσταντίνου Τασούλα.
Η χρονική σύμπτωση είναι εντυπωσιακή. Την ίδια ημέρα που η Κλούνεϊ έκανε αυτή τη δήλωση στην Αθήνα, στο Λονδίνο η κυβέρνηση του Άντι Μπέρναμ τοποθετούνταν πάνω στο σημείο όπου εδώ και χρόνια σκοντάφτει η συζήτηση για μια οριστική επιστροφή: τον βρετανικό νόμο.
Στις 28 Αυγούστου, η Κλερ Χέιζελγκροουβ, βουλευτής των κυβερνώντων Εργατικών, είχε καταθέσει στο βρετανικό Κοινοβούλιο μια εξαιρετικά συγκεκριμένη γραπτή ερώτηση. Ζητούσε να μάθει εάν το υπουργείο Ψηφιακής Πολιτικής, Πολιτισμού, Μέσων και Αθλητισμού είχε εξετάσει τα πιθανά οφέλη από την τροποποίηση του British Museum Act του 1963, ώστε να καταστεί δυνατή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η «μόνιμη μεταβίβαση» αντικειμένων από τη συλλογή του Βρετανικού Μουσείου, κατονομάζοντας τα Γλυπτά του Παρθενώνα.
Η ακριβής διατύπωσή της έχει σημασία: «Εάν το υπουργείο έχει αξιολογήσει τα πιθανά οφέλη από την τροποποίηση του νόμου του 1963 για το Βρετανικό Μουσείο, ώστε να καταστεί δυνατή η μόνιμη μεταβίβαση αντικειμένων από τη συλλογή του Βρετανικού Μουσείου σε εξαιρετικές περιστάσεις, συμπεριλαμβανομένων των Γλυπτών του Παρθενώνα».
Στις 10 Σεπτεμβρίου ήρθε η απάντηση του Ίαν Μάρεϊ εκ μέρους της κυβέρνησης.«Το υπουργείο Ψηφιακής Πολιτικής, Πολιτισμού, Μέσων και Αθλητισμού δεν έχει αξιολογήσει τα πιθανά οφέλη από την τροποποίηση του νόμου του 1963 για το Βρετανικό Μουσείο. Δεν έχουμε σχέδια να αλλάξουμε τον νόμο ώστε να επιτραπεί η μόνιμη μετακίνηση των Γλυπτών του Παρθενώνα».
Η επιλογή των λέξεων αξίζει προσοχής. Η Χέιζελγκροουβ μιλά για «μόνιμη μεταβίβαση» -«permanent transfer»-, ενώ η κυβέρνηση απαντά χρησιμοποιώντας τον όρο «μόνιμη μετακίνηση» – «permanent move». Η θέση της κυβέρνησης Μπέρναμ πάντως είναι σαφής: Dεν σχεδιάζει να αλλάξει τον νόμο που περιορίζει τις δυνατότητες των επιτρόπων του Βρετανικού Μουσείου να αποδεσμεύσουν οριστικά αντικείμενα από τη συλλογή του.
Η απάντηση αποκτά μεγαλύτερο πολιτικό ενδιαφέρον εξαιτίας του ίδιου του Άντι Μπέρναμ. Ο σημερινός Βρετανός πρωθυπουργός είναι ο πολιτικός που το 2023, όταν ρωτήθηκε αν ο πρόεδρος του Βρετανικού Μουσείου Τζορτζ Όσμπορν έπρεπε να επιστρέψει τα Γλυπτά, απάντησε «ναι» και λίγο αργότερα διατύπωσε ακόμη καθαρότερα τη θέση του: «Να επιστραφούν, χωρίς όρους. Και ας χρησιμοποιήσουμε τον πολιτισμό για να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο βλέπει ο κόσμος τη Βρετανία».
Σήμερα, ως πρωθυπουργός, ο Μπέρναμ χρησιμοποιεί διαφορετική γλώσσα. Στα τέλη Αυγούστου δήλωσε στους «Financial Times»: «Σε τελική ανάλυση, είναι ζήτημα του Βρετανικού Μουσείου, έτσι δεν είναι; Νομικά, εκεί βρίσκεται το ζήτημα, αλλά είμαι απολύτως υπέρ της αξιοποίησης της βρετανικής πολιτιστικής διπλωματίας. Είναι κάτι που υποστηρίζω ένθερμα». Και τώρα η κυβέρνησή του προσθέτει μια σαφή θέση στο νομοθετικό σκέλος: δεν σχεδιάζει αλλαγή του British Museum Act που θα επέτρεπε τη μόνιμη μετακίνηση των Γλυπτών.
Την ίδια περίοδο, ο Νίκολας Κάλιναν, διευθυντής του Βρετανικού Μουσείου, χρησιμοποιεί τον ιστορικό δανεισμό της Ταπισερί της Μπαγιέ από τη Γαλλία ως παράδειγμα για το πώς θα μπορούσε να υπάρξει πρόοδος στις συνομιλίες για τον Παρθενώνα. Η Αθήνα, από την πλευρά της, μόλις αρνήθηκε να δανείσει παρθενώνεια θραύσματα σε έκθεση στη Φρανκφούρτη, επειδή στην ίδια έκθεση θα παρουσιαστούν και θραύσματα που δανείζει το Βρετανικό Μουσείο. Μέσα σε ελάχιστες εβδομάδες, διαφορετικές κινήσεις επιστρέφουν στο ίδιο ερώτημα: Mε ποιο νομικό καθεστώς μπορούν να επιστρέψουν τα Γλυπτά στην Αθήνα και ποιος θα θεωρείται ότι έχει το δικαίωμα να τα δανείσει.
Για την ελληνική πλευρά η λέξη «δανεισμός» έχει συγκεκριμένο νομικό βάρος. Ένας δανεισμός προϋποθέτει έναν δανειστή, κάποιον δηλαδή στον οποίο αναγνωρίζεται το δικαίωμα να διαθέτει το αντικείμενο που παραχωρεί προσωρινά. Η Ελλάδα δεν αναγνωρίζει την κυριότητα του Βρετανικού Μουσείου επί των Γλυπτών και η αποδοχή μιας συμφωνίας που θα τα έφερνε στην Αθήνα ως δάνειό του θα υπονόμευε μια θέση που υπερασπίζεται επί δεκαετίες: ότι πρόκειται για τμήματα ενός μνημείου τα οποία πρέπει να επανενωθούν και όχι για αντικείμενα μιας βρετανικής συλλογής που μπορούν κατά καιρούς να ταξιδεύουν στην Ελλάδα.
Η Λίνα Μενδώνη έχει διατυπώσει αυτή τη θέση χωρίς περιθώρια παρερμηνείας. «Το ελληνικό κράτος δεν αναγνωρίζει στο Βρετανικό Μουσείο οποιοδήποτε δικαίωμα κυριότητας, κατοχής και νομής επί των Γλυπτών», έχει δηλώσει η υπουργός Πολιτισμού στη Βουλή, προσδιορίζοντας ως στόχο «την οριστική, τη μόνιμη και αμετάκλητη επιστροφή» τους. Για το ενδεχόμενο ενός δανεισμού είναι κατηγορηματική: «Επανένωση μέσω δανεισμού ή μίσθωσης δεν νοείται».
Αυτό εξηγεί και το ειδικό βάρος της λέξης «μόνιμη» στην ερώτηση της Χέιζελγκροουβ. Επί χρόνια οι συνομιλίες αναζητούν μια φόρμουλα που θα μπορούσε να λειτουργήσει χωρίς αλλαγή του βρετανικού νόμου: μακροχρόνιες μετακινήσεις των Γλυπτών, αμοιβαίοι δανεισμοί, σημαντικές ελληνικές αρχαιότητες που θα ταξιδεύουν στο Λονδίνο, μια ευρύτερη συνεργασία ανάμεσα στην Αθήνα και το Βρετανικό Μουσείο. Η «μόνιμη μεταβίβαση» βγάζει τη συζήτηση από αυτή την περιοχή των προσωρινών διευθετήσεων και τη φέρνει στην οριστική αποδέσμευση των Γλυπτών από τη συλλογή. Εκεί βρίσκεται και το όριο που έθεσε τώρα η κυβέρνηση Μπέρναμ με την απάντηση της 10ης Σεπτεμβρίου.
Ακριβώς 40 χρόνια από την ομιλία της Μελίνας στην Οξφόρδη
Η επίσκεψη της Κλούνεϊ το 2014 είχε πολύ συγκεκριμένο νομικό περιεχόμενο. Είχε φτάσει στην Αθήνα μαζί με τους διακεκριμένους νομικούς Τζέφρι Ρόμπερτσον και Νόρμαν Πάλμερ, εξετάζοντας τις διαθέσιμες οδούς για την ελληνική διεκδίκηση, μεταξύ των οποίων και η προσφυγή σε διεθνείς νομικούς μηχανισμούς. Η ίδια είχε δηλώσει τότε ότι η επιστροφή των Γλυπτών στην Ελλάδα ήταν «το δίκαιο πράγμα που πρέπει να γίνει» και είχε υποστηρίξει ότι η ελληνική κυβέρνηση όφειλε να εξετάσει τις διαθέσιμες νομικές επιλογές.
Δώδεκα χρόνια αργότερα, το νομικό ερώτημα έχει μετακινηθεί στο εσωτερικό της Βρετανίας: Ποια δυνατότητα έχει το ίδιο το Λονδίνο να αποδεσμεύσει οριστικά τα Γλυπτά από τη συλλογή του Βρετανικού Μουσείου.
Η ιστορία αυτής της συζήτησης πηγαίνει, βέβαια, πολύ πιο πίσω. Στις 12 Ιουνίου 1986, πριν από ακριβώς σαράντα χρόνια, η Μελίνα Μερκούρη είχε σταθεί στο βήμα της Oxford Union και είχε απαντήσει στο επιχείρημα ότι η επιστροφή θα άνοιγε τον δρόμο για το άδειασμα των μεγάλων μουσείων: «Έχω επανειλημμένα δηλώσει ότι ζητούμε ένα αναπόσπαστο μέρος ενός κτιρίου που ακρωτηριάστηκε».
Σαράντα χρόνια μετά, αυτή παραμένει η βάση της ελληνικής θέσης: Η διεκδίκηση αφορά την επανένωση τμημάτων του Παρθενώνα και όχι την προσωρινή παρουσία στην Αθήνα αρχαιοτήτων που θα εξακολουθούν να θεωρούνται περιουσία του Βρετανικού Μουσείου.
«Δεν είναι καλή εικόνα για τη χώρα μας»
Η Κλερ Χέιζελγκροουβ δεν είναι η μόνη που έφερε φέτος το ζήτημα στο Westminster. Στις 18 Ιουνίου ο βουλευτής των Φιλελεύθερων Δημοκρατών Άντριου Τζορτζ, πρόεδρος της Βρετανικής Ένωσης για την Επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα, χρησιμοποίησε στη Βουλή των Κοινοτήτων πολύ πιο αιχμηρή γλώσσα:
«Το να κρατάμε το μισό των Γλυπτών του Παρθενώνα, διαβεβαιώνοντας τους εαυτούς μας ότι μας ανήκουν, όταν αποκτήθηκαν πριν από δύο αιώνες υπό, στην καλύτερη περίπτωση, εξαιρετικά αμφίβολες συνθήκες, δεν είναι καλή εικόνα για τη χώρα μας». Ο Άντριου Τζορτζ έφερε στη συζήτηση και τη μεγάλη ανακαίνιση του Βρετανικού Μουσείου, ρωτώντας εάν αποτελεί τη «χρυσή ευκαιρία» για μια πράξη που θα εξέφραζε τη συνεργασία, την κοινή αγάπη για την κλασική ιστορία και τη «φυσική δικαιοσύνη», ώστε να βρεθούν όλα τα Γλυπτά «στην Αθήνα, εκεί όπου ανήκουν».
Η κυβερνητική απάντηση από τον Ίαν Μάρεϊ, αρμόδιο υπουργό για τις Τέχνες, ήταν σαφής ως προς την κυριότητα: «Τα Γλυπτά ανήκουν στο Βρετανικό Μουσείο». Επιβεβαίωσε τις συνομιλίες του Τζορτζ Όσμπορν με Έλληνες υπουργούς και επανέλαβε ότι η κυβέρνηση υποστηρίζει την αναζήτηση συμφωνίας και δεν θα σταθεί εμπόδιο εφόσον αυτή επιτευχθεί.
Εδώ βρίσκεται και η λεπτή γραμμή της βρετανικής θέσης: Το Λονδίνο δηλώνει έτοιμο να μην εμποδίσει μια συμφωνία που μπορεί να επιτευχθεί μέσα στο υπάρχον νομικό πλαίσιο, ενώ η απάντηση της 10ης Σεπτεμβρίου κλείνει, προς το παρόν, την πόρτα στην αλλαγή αυτού του πλαισίου για μια μόνιμη μετακίνηση.
Τι αλλάζει η Ταπισερί της Μπαγιέ
Και τότε ήρθε στο Λονδίνο η Ταπισερί της Μπαγιέ και μαζί της ένα παράδειγμα που η ίδια η ηγεσία του Βρετανικού Μουσείου συνέδεσε με τα Γλυπτά. Το σχεδόν χιλίων ετών έργο ταξίδεψε από τη Γαλλία για τη μεγάλη έκθεση του Μουσείου, έπειτα από χρόνια διαπραγματεύσεων και με σημαντικούς βρετανικούς δανεισμούς προς τη Γαλλία. Στην παρουσίασή της βρέθηκαν ο βασιλιάς Κάρολος, ο Εμανουέλ Μακρόν και ο Άντι Μπέρναμ, με τον Βρετανό μονάρχη να χαρακτηρίζει τον δανεισμό «πολύτιμο σύμβολο εμπιστοσύνης».
Ο Νίκολας Κάλιναν συνέδεσε ο ίδιος τη συμφωνία με τα Γλυπτά του Παρθενώνα. Επισήμανε ότι κάθε πολιτιστική σχέση έχει διαφορετική ιστορία και επομένως δεν υπάρχει μία έτοιμη συνταγή, εξέφρασε όμως την ελπίδα ότι οι πολλές προσπάθειες που χρειάστηκαν μέχρι να πραγματοποιηθεί ο δανεισμός της Μπαγέ μπορεί να προσφέρουν μια δυνατότητα για να προχωρήσουν και οι συνομιλίες για τα Γλυπτά. «Ελπίζω να υπάρξει κάποια απτή πρόοδος. Θα ήταν υπέροχο», είπε.
Η Μπαγιέ αποδεικνύει ότι ένα αντικείμενο τεράστιας εθνικής και ιστορικής σημασίας μπορεί να μετακινηθεί όταν υπάρχει πολιτική βούληση, μουσειακή συνεργασία και αμοιβαιότητα. Εκεί όμως η κυριότητα είναι δεδομένη: η Ταπισερί ανήκει στη Γαλλία, η Γαλλία τη δανείζει και η Βρετανία θα την επιστρέψει. Στα Γλυπτά, η ταυτότητα του «δανειστή» αποτελεί μέρος της ίδιας της διαφοράς. Η Μπαγιέ μπορεί, επομένως, να δείξει ότι η μετακίνηση είναι εφικτή· δεν λύνει το ζήτημα της κυριότητας ανάμεσα στην Αθήνα και στο Βρετανικό Μουσείο.
Τι άλλαξε στην UNESCO
Τον Μάιο, στην 25η Σύνοδο της Διακυβερνητικής Επιτροπής της UNESCO για την Προώθηση της Επιστροφής Πολιτιστικών Αγαθών στις Χώρες Προέλευσής τους, στο Παρίσι, η υπόθεση των Γλυπτών επέστρεψε σε έναν θεσμό που την παρακολουθεί εδώ και δεκαετίες.
Η απόφαση του 2026 ενίσχυσε τη γλώσσα με την οποία αντιμετωπίζεται το ελληνικό αίτημα, αναγνωρίζοντας για πρώτη φορά τα Γλυπτά ως αναπόσπαστο μέρος της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς και άρρηκτα συνδεδεμένα με την ελληνική πολιτιστική ταυτότητα. Παράλληλα, εξέφρασε ανησυχία για το ότι η διαφορά παραμένει άλυτη και κάλεσε Ελλάδα και Ηνωμένο Βασίλειο να εντείνουν τις προσπάθειές τους, λαμβάνοντας υπόψη τις ιστορικές, πολιτιστικές, νομικές και ηθικές διαστάσεις της υπόθεσης.
Η διατύπωση συναντά, σαράντα χρόνια αργότερα, εκείνη τη φράση της Μελίνας Μερκούρη στην Οξφόρδη για το «αναπόσπαστο μέρος ενός κτιρίου που ακρωτηριάστηκε». Μια βασική θέση της ελληνικής επιχειρηματολογίας βρίσκεται πλέον μέσα στη θεσμική γλώσσα της UNESCO.
Έχει ενδιαφέρον και το σε ποιον απευθύνεται η UNESCO. Η βρετανική κυβέρνηση παραπέμπει σταθερά την υπόθεση στους επιτρόπους του Βρετανικού Μουσείου. Η UNESCO εξακολουθεί να ζητεί λύση από την Ελλάδα και το Ηνωμένο Βασίλειο. Στο δικό της θεσμικό πλαίσιο, η υπόθεση παραμένει διακρατική.
Τι λένε οι Βρετανοί
Στο μεταξύ, η κοινωνική βάση πάνω στην οποία διεξάγεται η συζήτηση στη Βρετανία έχει αλλάξει σημαντικά. Η πιο πρόσφατη μεγάλη δημοσκόπηση που έχει δημοσιοποιηθεί έγινε το 2025 από την Τζέι Ελ Πάρτνερς για λογαριασμό του Project Parthenon. Σε ερώτηση για το τι θα ψήφιζαν σε ένα δημοψήφισμα, το 56% τάχθηκε υπέρ της επιστροφής και το 22% υπέρ της παραμονής των Γλυπτών στη Βρετανία. Σε διαφορετικό ερώτημα της ίδιας έρευνας, η υποστήριξη για άνευ όρων επιστροφή έφτανε το 61%, αφού οι συμμετέχοντες είχαν δει εικόνες των Γλυπτών στην Αθήνα και στο Λονδίνο.
Η έρευνα δεν είναι του 2026 και ο φορέας που την παρήγγειλε τάσσεται ανοιχτά υπέρ της επανένωσης, στοιχεία που πρέπει να συνυπολογιστούν. Η τάση, ωστόσο, επιβεβαιώνεται και από προηγούμενες ανεξάρτητες μετρήσεις: το αίτημα της επιστροφής δύσκολα μπορεί πλέον να παρουσιαστεί από τη βρετανική πολιτική ως θέση αντίθετη προς την κοινή γνώμη.
Το σημείο στο οποίο βρισκόμαστε
Σήμερα υπάρχουν οι πίσω από κλειστές πόρτες συνομιλίες της ελληνικής πλευράς με τον πρόεδρο των επιτρόπων του Βρετανικού Μουσείου Τζορτζ Όσμπορν, υπάρχει μια τεράστια ανακαίνιση του Μουσείου που αναγκαστικά θα μετακινήσει συλλογές, υπάρχει η νέα γλώσσα της UNESCO και, πλέον, μια επίσημη ανταλλαγή στο βρετανικό Κοινοβούλιο που έφερε στο προσκήνιο τη «μόνιμη μεταβίβαση» και υποχρέωσε την κυβέρνηση Μπέρναμ να δηλώσει ότι δεν σχεδιάζει την αλλαγή του νόμου που θα επέτρεπε μια μόνιμη μετακίνηση.
Κάπου εδώ η φράση της Αμάλ Κλούνεϊ στην Αθήνα αποκτά το πλήρες βάρος της. Το 2014 είχε έρθει για να εξετάσει μαζί με συναδέλφους της τι μπορούσε να κάνει νομικά η Ελλάδα για τα Γλυπτά. Το 2026 επιστρέφει ενώ το ερώτημα τίθεται πλέον μέσα στη Βρετανία: τι μπορεί και τι θέλει να κάνει νομικά το Λονδίνο ώστε η επιστροφή να μην είναι δανεισμός και να είναι οριστική;



